οφλισκανω

οφλισκανω
    ὀφλισκάνω
    (fut. ὀφλήσω, aor. ὤφλησα, aor. ὦφλον, pf. ὤφληκα; inf. aor. ὀφλεῖν - иногда ὀφλειν, part. aor. ὀφλών - иногда ὄφλων)
    1) быть присужденным или приговоренным
    

(χιλίας δραχμάς Plat.)

    ὀ. ζημίαν Eur., Dem.; — подвергнуться штрафу;
    ὀ. θανάτου δίκην Plat. — быть приговоренным к смерти

    2) быть осужденным, понести наказание
    

ὀ. δίκην Plat., Dem.; — быть осужденным по суду;

    ἁρπαγῆς τε καὴ κλοπῆς δίκην ὀ. Aesch. — быть осужденным за грабеж и кражу;
    ὀ. φόνου (sc. δίκην) Plat. — быть осужденным за убийство

    3) навлекать на себя
    

(αἰσχύνην, βλάβην Eur.)

    ὀ. γέλωτα πρός τινα и παρά τινι Plat. — навлекать на себя, заслуживать чьи-л. насмешки, т.е. делаться смешным

    4) подвергаться обвинению, навлекать на себя обвинение
    

(ὀ. δειλίαν Eur.)

    μώρῳ μωρίαν ὀ. Soph. — от глупца слышать упрек в глупости


Древнегреческо-русский словарь - М.: ГИИНС. . 1958.

Смотреть что такое "οφλισκανω" в других словарях:

  • οφλισκάνω — ὀφλισκάνω και κατά το λεξ. Σούδα, ὀφλίσκω και, κατά τον Ησύχ. και τον Φώτ., ὀφλάνω, ενώ αμφβλ. είναι ο τ. όφλῶ, έω (Α) 1. (για άνθρωπο που καταδικάστηκε σε πληρωμή προστίμου) υποχρεώνομαι να πληρώσω, χρωστώ, οφείλω («πλείστην ζημίαν ὀφλισκάνει»,… …   Dictionary of Greek

  • ὀφλισκάνω — become a debtor pres subj act 1st sg ὀφλισκάνω become a debtor pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀφλισκάνετε — ὀφλισκάνω become a debtor pres imperat act 2nd pl ὀφλισκάνω become a debtor pres ind act 2nd pl ὀφλισκάνω become a debtor imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀφλισκάνῃ — ὀφλισκάνω become a debtor pres subj mp 2nd sg ὀφλισκάνω become a debtor pres ind mp 2nd sg ὀφλισκάνω become a debtor pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀφλισκάνει — ὀφλισκάνω become a debtor pres ind mp 2nd sg ὀφλισκάνω become a debtor pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀφλισκάνομεν — ὀφλισκάνω become a debtor pres ind act 1st pl ὀφλισκάνω become a debtor imperf ind act 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀφλισκάνοντι — ὀφλισκάνω become a debtor pres part act masc/neut dat sg ὀφλισκάνω become a debtor pres ind act 3rd pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀφλισκάνουσι — ὀφλισκάνω become a debtor pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ὀφλισκάνω become a debtor pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀφλισκάνουσιν — ὀφλισκάνω become a debtor pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ὀφλισκάνω become a debtor pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀφλόν — ὀφλισκάνω become a debtor aor part act masc voc sg ὀφλισκάνω become a debtor aor part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀφλόντα — ὀφλισκάνω become a debtor aor part act neut nom/voc/acc pl ὀφλισκάνω become a debtor aor part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»